Επιλογή Σελίδας

Στην ανά χείρας μελέτη της Bernice R. Jones (B. J.), Minoan Wall Painting of Pseira, Crete. A Goddess Worshipped in the Shrine (έκδοση του INSTAP), παρουσιάζονται στοιχεία για την αποκατάσταση της αποσπασματικής τοιχογραφίας από το μινωικό ιερό στη νησίδα Ψείρα, που βρίσκεται στη βορειοανατολική ακτή της Κρήτης.

Μια θεά σε μεγάλη κλίμακα είναι καθισμένη και ενώπιον της ίσταται, σε μικρότερη κλίμακα, μια ικέτιδα, σε μια σκηνή παρουσίασης επί καμπυλωτής εξέδρας βωμού. Ουσιαστικά αναστηλωμένη στον ανατολικό τοίχο του δωματίου 6, η θεά επιβεβαιώνει ότι το κτήριο ήταν ιερό και το θρησκευτικό κέντρο της κοινότητας. Το κνωσιακό ύφος και η τεχνική της τοιχογραφικής παράστασης και τα εισαγόμενα κνωσιακά τελετουργικά αγγεία, συνηγορούν υπέρ μιας ισχυρής κνωσιακής θρησκευτικής παρουσίας στην Ψείρα.

Η παρούσα μελέτη, που διαρθρώνεται σε έξι κεφάλαια, συμπεριλαμβανομένων των συμπερασμάτων, παρουσιάζει στοιχεία για την αποκατάσταση της αποσπασματικής ζωγραφικής από την Ψείρα και διατυπώνει σοβαρές ενστάσεις και διαφωνίες με τις προηγούμενες ανακατασκευές, εντοπίζοντας λάθη, κυρίως σε ό,τι αφορά την αγνόηση της κλίμακας των σπαραγμάτων της παράστασης. Η B. J., καταγράφοντας με ακρίβεια την κλίμακα των σπαραγμάτων, προβαίνει σε μια νέα και διαφορετική ανασύνθεση της παράστασης. Η ανακατασκευή της παράστασης, βασίζεται σε εμπεριστατωμένη εξέταση, σε σχέδια και φωτογραφίες που ελήφθησαν σε κλίμακα και σε ψηφιακή απεικόνιση των διασωθέντων σπαραγμάτων.

Η B. J. στην εισαγωγή παραθέτει το γενικό περίγραμμα, την οργάνωση του χώρου καθώς και για την ιστορία των ανασκαφών της οικιστικής εγκατάστασης στο μικρό νησί Ψείρα στις βορειοανατολικές ακτές της Κρήτης. Από το σύνολο της εγκατάστασης, η οποία έφθασε στη μέγιστη ακμή της κατά την ΥΜ ΙΒ, η συγγραφέας επικεντρώνεται ιδιαιτέρως στο «Ιερό - Κτήριο AC», στο ανατολικό άκρο της χερσονήσου, όπου άλλωστε έχουν ανακαλυφθεί τα σπαράγματα της ανάγλυφης τοιχογραφίας, αντικείμενο της οποίας είναι η παρούσα μελέτη. Η συγγραφέας υπενθυμίζει ότι ο οικισμός περιείχε έναν αξιοσημείωτο αριθμό από τα ωραιότερα έργα τέχνης του μινωικού πολιτισμού, το κυριότερο μεταξύ των οποίων είναι τα υπέροχα ζωγραφισμένα θραύσματα ανάγλυφου γύψου που βρέθηκαν στο ιερό και η εξαιρετική κεραμική που βρέθηκε κυρίως στο κτήριο BQ, στο κτήριο ΑΒ, στην Οικία των Ρυτών και στο κτήριο της Πλατείας, έργα τέχνης που αντιστοιχούν στην εξαιρετική ποιότητα αντικειμένων που βρέθηκαν στο πολιτιστικό και θρησκευτικό κέντρο του μινωικού πολιτισμού, δηλαδή στο ανάκτορο της Κνωσού. Ένα πλάνο του οικισμού (εικ. 3, σελ. 4-5) λειτουργεί ως οπτικό βοήθημα, παρέχει μια εύγλωττη εικόνα αλλά και τεκμηριώνει το σημείο εύρεσης των σημαντικότερων αντικειμένων και συγχρόνως παρέχει ένα σχέδιο για την ανάλυση ομοιοτήτων και διαφορών μεταξύ των νοικοκυριών (οίκων) εντός της κοινότητας της Ψείρας, και, εν τέλει, επιτρέπει την ανάπλαση της λειτουργίας πομπών και τελετών.

Η B. J. δεν στέκεται όμως μόνο σε μια εκ νέου ανασύνθεση των σπαραγμάτων της ανάγλυφης τοιχογραφίας, όπου πλέον αποκαλύπτεται η σκηνή της αποκάλυψης (επιφάνεια;) μιας θεάς· αλλά επίσης η συγγραφέας επανεκτιμά τους λόγους και την επίδραση των κνωσιακών εισαγωγών στο νησί και διερευνά τη σημασία του ιερού («Κτηρίου AC»), ως επίκεντρο της θρησκείας και της τελετουργίας στον οικισμό και προβαίνει σε ανακατασκευή των προτεινόμενων τελετών.

Στο πρώτο κεφάλαιο, «History and Previous Reconstructions of the Painted Plaster  Relief Fragments», γίνεται περιγραφή των ζωγραφισμένων θραυσμάτων του γύψινου ανάγλυφου και παρουσιάζεται λεπτομερώς η ιστορία των προηγούμενων αναδομήσεων της σύνθεσης. Η εκτεταμένη ανάλυση των ανακατασκευών των ανάγλυφων θραυσμάτων, πέρα των των άλλων, αποκαλύπτει, όπως τονίζει η B. J., το γεγονός ότι «οι κλίμακες των θραυσμάτων αγνοήθηκαν», με αποτέλεσμα, σε όλες τις προηγούμενες ανασυνθέσεις της παράστασης, οι δύο μορφές να αποκαθίσταται έχοντας ίσο μέγεθος (εικ. 27-29, σελ. 20).

Στο δεύτερο κεφάλαιο, «New Reconstruction of the Painted Plaster Relief Fragments», που διαρθρώνεται στις ενότητες «The Seated Figure» και «The Standing Figure», η B. J. επικεντρώνεται σε μια νέα ανακατασκευή του πίνακα. Ξεκινά με την ολοκλήρωση του ψηφιακού διαχωρισμού των 10 θραυσμάτων, που είναι ενσωματωμένα στις αναπλασμένες τοιχογραφίες και φυλάσσονται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Ηρακλείου, με σκοπό την επίτευξη ουδέτερης διερεύνησης. Από τότε που μελετήθηκε τελευταία φορά η παράσταση, ήρθαν στο φως νέα δεδομένα ως αποτέλεσμα νέων ανακαλύψεων σχετικών/παράλληλων έργων τέχνης, τοιχογραφιών και ενδυμάτων, τόσο από το Αιγαίο όσο και από τους γείτονές του στην Εγγύς Ανατολή και την Αίγυπτο. Η B. J. απελευθερωμένη από τις προηγούμενες αναπλάσεις και υπό το φως αυτών των σημαντικών νέων στοιχείων, παρουσιάζει νέες ανακατασκευές των επιμέρους μορφών, των ενδυμάτων τους και του εικονογραφικού προγράμματος της όλης παράστασης στο ιερό («Κτήριο AC»). Σημαντική συνδρομή προς την πορεία της ανασύνθεσης πρόσφερε στην έρευνα η πιο πρόσφατη κατανόηση των μινωικών ενδυμάτων και του τρόπου με τον οποίο αυτά εφαρμόζουν στο σώμα, διαδικασία η οποία επιτρέπει την πρόταση «νέας αποκατάστασης τμημάτων που λείπουν τόσο από τα ενδύματα όσο και από τις μορφές. Κατά την επανατοποθέτηση και τη μέτρηση των θραυσμάτων σε κλίμακα αποκαλύπτεται για πρώτη φορά ότι οι μορφές έχουν διαφορετικά μεγέθη». Η B. J. σημειώνει επίσης ότι «το πιο σημαντικό είναι η ανακάλυψη πως οι δύο μορφές αντιπροσωπεύουν μια θεά μεγάλης κλίμακας και μια ικέτιδα σε μικρότερη κλίμακα, που συνθέτουν σκηνή επιφάνειας συγκρίσιμης με άλλες στην αιγαιακή τέχνη. Η νέα σύνθεση (υπό νέα κλίμακα) παρουσιάζεται στην αρχική της θέση, στον τοίχο του Κτηρίου AC, επιβεβαιώνοντας ότι το κτήριο αυτό ήταν πράγματι το θρησκευτικό επίκεντρο της πόλης».

Στο τρίτο κεφάλαιο «Translating the Painted Garments into Cloth Replicas», η συγγραφέας ασχολείται με τα ενδύματα των μορφών που απεικονίζονται στην παράσταση και τις μεταφορές τους σε υφασμάτινα αντίγραφα. Με βάση τη λεπτομερή ανάλυση των ενδυμάτων που αναπαρίστανται στη γλυπτική του Αιγαίου, σε τοιχογραφίες και γλυπτά, των ενδυμάτων που τεκμηριώνονται στα κείμενα της Γραμμικής Β, των Αιγυπτιακών και Εγγύς Ανατολικών, και με το σημερινό επίπεδο γνώσεων σχετικά με την τεχνολογία του αργαλειού με στημόνι, η μελέτη αυτή μεταφέρει τα ζωγραφισμένα ρούχα σε πραγματικά υφασμάτινα ενδύματα σε φυσικό μέγεθος. Τελικά, τα αναπαραγόμενα ενδύματα κοσμούν ζωντανά μοντέλα που ποζάρουν στις θέσεις της ζωγραφικής παράστασης (εικ. 61, σελ. 47), σε μια απόπειρα περισσότερο «γλαφυρής» απόδοσης της νέας ανασύνθεσης των μορφών.

 

 

Στο τέταρτο κεφάλαιο, «Knossian Presence at Pseira», που διαρθρώνεται στις ενότητες «The Painted Plaster Relief Fragments» και «Vessels», η B. J. μελετά τις σχέσεις μεταξύ Ψείρας και Κνωσού. Εξετάζει τόσο έργα εμπνευσμένα από την Κνωσό, όπως τα ζωγραφισμένα γύψινα λείψανα, όσο και πραγματικά ανακτορικά προϊόντα από την Κνωσό που εισήχθησαν στην Ψείρα, συμπεριλαμβανομένων μερικών από τα ωραιότερα κεραμικά της.

Στο πέμπτο κεφάλαιο, «Religion and Ritual at Pseira», που διαρθρώνεται στις ενότητες «Priestess(es) in the Shrine» και «Communal Relations with the Shrine», η συγγραφέας επικεντρώνεται στη θρησκεία και το τελετουργικό. Διερευνάται ο ρόλος της πρωθιέρειας της θεάς στο ιερό. Η λεπτομερής αξιολόγηση και μελέτη της ανάγλυφης τοιχογραφίας, παρέχοντας αποδείξεις για μια νέα αναπαράσταση των εικονιζόμενων μορφών αλλά και για ένα νέο αφηγηματικό πρόγραμμα – μια θεά μεγάλης κλίμακας που υποδέχεται ικέτιδα σε σκηνή επιφάνειας – επιτρέπουν την υπόθεση ότι, πιθανότατα, ιέρειες υποδύονταν τόσο τη θεά όσο και την ικέτιδα. Οι τελετουργικές πομπές, έχοντας κνωσιακές επιρροές, διερευνώνται σε αρκετά κτήρια του οικισμού της Ψείρας, όπου βρέθηκε πλήθος τελετουργικών σκευών (λ.χ. ρυτών, βλ. σελ. 56), και στο ιερό που φιλοξενούσε, εκτός από τη ζωγραφική ανάγλυφη παράσταση της θεάς, και έναν βωμό. Οι πομπές κορυφώνονταν στο ιερό με την παρουσίαση προσφορών προς τη θεά.

Η έρευνα καταλήγει στο έκτο κεφάλαιο, «Conclusions», με την πρόταση της ανασύνθεσης της ζωγραφικής παράστασης στον τοίχο του κτηρίου που πλέον αναγνωρίζεται θετικά ως ιερό, έχοντας ανακατασκευάσει τις θέσεις και τα ενδύματα των ζωγραφικών μορφών και έχοντας «ζωντανέψει» τις ζωγραφισμένες μορφές και τα ενδύματα.

Σταυρούλα Μασουρίδη
Αρχαιολόγος

Bernice R. Jones

Minoan Wall Painting of Pseira, Crete.
A Goddess Worshipped in the Shrine

INSTAP Academic Press
Philadelphia, Pensylvania 2024

Σελ.: 116, 97 εικόνες στο κείμενο

Η Bernice Jones, διδάκτωρ στην Τέχνη και Αρχαιολογία της Ελλάδας, της Ρώμης και της Εγγύς Ανατολής του Πανεπιστημίου της Νέας Υόρκης, ειδικεύεται στην ενδυμασία και τις αλληλεπιδράσεις στο Αιγαίο κατά την Ύστερη Εποχή του Χαλκού (1600-1200 π.Χ.). Τα αντίγραφα των αρχαίων ενδυμάτων και οι σχεδιαστικές αναπαραστάσεις των τοιχογραφιών που δημιούργησε στο πλαίσιο της ερευνητικής της δραστηριότητας βασίστηκαν στην ενδελεχή μελέτη της αρχαίας τέχνης και των γραπτών πηγών και έχουν παρουσιαστεί από την ίδια σε πολλές διαλέξεις και δημοσιεύσεις.